
Cette page s’inscrit dans la Fête de l’Équinoxe d’automne — La Transmission, l’une des Huit Fêtes du Vivant.
Elle en constitue le développement spécifiquement athénien : la Voie Sacrée reliant Athènes à Éleusis devient un territoire d’expérimentation où patrimoine, spiritualité, création et transmission peuvent à nouveau entrer en relation.
Η σελίδα αυτή εντάσσεται στη Γιορτή της Φθινοπωρινής Ισημερίας — Η Μετάδοση, μία από τις Οκτώ Γιορτές του Ζωντανού.
Αποτελεί την ειδικά αθηναϊκή ανάπτυξή της: η Ιερά Οδός που συνδέει την Αθήνα με την Ελευσίνα γίνεται ένας τόπος πειραματισμού, όπου η πολιτιστική κληρονομιά, η πνευματικότητα, η δημιουργία και η μετάδοση μπορούν να συναντηθούν ξανά.
Réouvrir la Voie Sacrée
Entre Athènes et Éleusis existe l’un des chemins les plus chargés de mémoire du monde grec : la Voie Sacrée, l’Ιερά Οδός.
Pendant des siècles, elle conduit les participants aux Mystères depuis Athènes jusqu’au sanctuaire de Déméter et Perséphone à Éleusis.
Mais une voie ne se réduit pas au chemin qu’elle trace sur une carte.
Elle relie des lieux.
Elle met des êtres en mouvement.
Elle fait passer d’un monde à un autre.
C’est cette fonction que nous proposons de retrouver au XXIᵉ siècle.
Non pour reconstituer artificiellement les Mystères antiques ni pour prétendre retrouver un enseignement secret dont une grande partie nous échappe, mais pour reprendre une intuition beaucoup plus fondamentale :
faire du chemin lui-même une expérience de transformation.
La Voie Sacrée au XXIᵉ siècle devient ainsi une voie de la poéïsis.
Poéïsis au sens premier : faire advenir, créer, donner forme à ce qui n’existait pas encore.
Marcher d’Athènes vers Éleusis ne signifie donc pas seulement parcourir un héritage.
Il s’agit de le recevoir pour le transformer.
Les vestiges, les paysages, les récits, les mythes et les œuvres du passé peuvent devenir les points de départ de créations nouvelles : poésie, musique, théâtre, danse, arts visuels, gestes collectifs, silence, méditation, créations numériques et rencontres entre traditions.
La Voie devient un espace où patrimoine et création cessent de s’opposer.
Le passé n’y est ni oublié ni reproduit.
Il est remis en mouvement.
Cette démarche trouve aujourd’hui naturellement sa place dans les Huit Fêtes du Vivant et dans le projet d’une Civilisation de l’Amour.
Elle prend une force particulière au moment de l’équinoxe d’automne, placé sous le signe de la Transmission.
Car transmettre ne consiste pas à conserver intact ce que nous avons reçu.
Transmettre suppose de recevoir, de discerner, de transformer et de faire passer.
La Voie Sacrée peut donner à cette expérience une dimension physique et territoriale.
Athènes devient le point de départ.
Éleusis devient l’horizon.
Entre les deux se trouve la Voie.
Une voie ancienne que nous ne cherchons pas à refaire à l’identique.
Une voie que nous proposons de rouvrir par la création.
Marcher sur les traces du passé pour créer ce qui pourra être transmis à l’avenir.
Ξανανοίγοντας την Ιερά Οδό
Ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα εκτείνεται ένας από τους δρόμους με τη μεγαλύτερη ιστορική και συμβολική φόρτιση του ελληνικού κόσμου: η Ιερά Οδός.
Για αιώνες, οδηγούσε τους συμμετέχοντες στα Μυστήρια από την Αθήνα έως το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα.
Όμως ένας δρόμος δεν περιορίζεται στη διαδρομή που χαράζει πάνω σε έναν χάρτη.
Συνδέει τόπους.
Θέτει τους ανθρώπους σε κίνηση.
Οδηγεί από έναν κόσμο σε έναν άλλο.
Αυτή ακριβώς τη λειτουργία προτείνουμε να ανακαλύψουμε εκ νέου στον 21ο αιώνα.
Όχι για να αναπαραστήσουμε τεχνητά τα αρχαία Μυστήρια ούτε για να ισχυριστούμε ότι μπορούμε να ανακτήσουμε μια μυστική διδασκαλία, μεγάλο μέρος της οποίας παραμένει άγνωστο, αλλά για να επαναφέρουμε μια πολύ πιο θεμελιώδη διαίσθηση:
να κάνουμε την ίδια τη διαδρομή μια εμπειρία μεταμόρφωσης.
Η Ιερά Οδός στον 21ο αιώνα γίνεται έτσι μια οδός της ποίησης — της ποίησης με την αρχαία έννοια της ποίησης ως δημιουργικής πράξης.
Ποίησις με την πρωταρχική της σημασία: να κάνουμε κάτι να υπάρξει, να δημιουργούμε, να δίνουμε μορφή σε αυτό που δεν υπήρχε ακόμη.
Το να βαδίζουμε από την Αθήνα προς την Ελευσίνα δεν σημαίνει λοιπόν μόνο ότι διασχίζουμε μια κληρονομιά.
Σημαίνει ότι τη δεχόμαστε για να τη μεταμορφώσουμε.
Τα κατάλοιπα, τα τοπία, οι αφηγήσεις, οι μύθοι και τα έργα του παρελθόντος μπορούν να γίνουν αφετηρίες για νέες δημιουργίες: ποίηση, μουσική, θέατρο, χορό, εικαστικές τέχνες, συλλογικές δράσεις, σιωπή, διαλογισμό, ψηφιακές δημιουργίες και συναντήσεις ανάμεσα σε διαφορετικές παραδόσεις.
Η Οδός γίνεται ένας χώρος όπου η πολιτιστική κληρονομιά και η δημιουργία παύουν να αντιπαρατίθενται.
Το παρελθόν ούτε λησμονείται ούτε αναπαράγεται.
Τίθεται ξανά σε κίνηση.
Αυτή η προσέγγιση βρίσκει σήμερα φυσικά τη θέση της στις Οκτώ Γιορτές του Ζωντανού και στο σχέδιο για έναν Πολιτισμό της Αγάπης.
Αποκτά ιδιαίτερη δύναμη κατά τη φθινοπωρινή ισημερία, που τοποθετείται κάτω από το σημείο της Μετάδοσης.
Γιατί το να μεταδίδουμε δεν σημαίνει να διατηρούμε αναλλοίωτο αυτό που έχουμε λάβει.
Η μετάδοση προϋποθέτει να δεχόμαστε, να διακρίνουμε, να μεταμορφώνουμε και να παραδίδουμε σε άλλους.
Η Ιερά Οδός μπορεί να δώσει σε αυτή την εμπειρία μια σωματική και εδαφική διάσταση.
Η Αθήνα γίνεται το σημείο εκκίνησης.
Η Ελευσίνα γίνεται ο ορίζοντας.
Ανάμεσά τους βρίσκεται η Οδός.
Μια αρχαία οδός που δεν επιδιώκουμε να επαναλάβουμε όπως ακριβώς ήταν.
Μια οδός που προτείνουμε να ξανανοίξουμε μέσα από τη δημιουργία.
Να βαδίσουμε στα ίχνη του παρελθόντος για να δημιουργήσουμε αυτό που θα μπορέσει να μεταδοθεί στο μέλλον.
D’Athènes à Éleusis — La Voie Sacrée antique

Avant de devenir pour nous une voie de création contemporaine, la Voie Sacrée est une réalité historique et géographique.
Dans l’Athènes antique, l’Ιερά Οδός relie la cité au sanctuaire de Déméter et Perséphone à Éleusis, à une vingtaine de kilomètres à l’ouest.
Elle constitue l’un des grands axes rituels du monde grec.
Lors des Grands Mystères d’Éleusis, célébrés à l’automne, les participants quittent Athènes en procession et parcourent cette voie jusqu’au sanctuaire.
Le déplacement fait partie de l’expérience.
On ne se rend pas simplement à Éleusis.
On y va par un chemin.
La procession quitte la cité, franchit des seuils, traverse des paysages, rencontre des sanctuaires et des lieux chargés de récits avant d’atteindre Éleusis.
Le territoire lui-même participe ainsi au passage.
Cette dimension est essentielle pour notre projet.
La Voie Sacrée relie deux pôles qui possèdent chacun leur force symbolique.
Athènes est la cité.
Lieu de la parole, de la philosophie, du débat, de l’art et de la vie politique.
Éleusis est le lieu des Mystères.
Lieu associé à Déméter et Perséphone, aux cycles de la Terre, à la disparition et au retour, à la fécondité, à la mort et à l’espérance d’un renouvellement.
Entre les deux s’étend la Voie.
Elle met en relation la cité et le sanctuaire, la vie collective et l’expérience intérieure, le monde visible et le mystère de l’existence.
Nous devons cependant rester attentifs à ce que l’histoire nous permet réellement d’affirmer.
Les Mystères d’Éleusis étaient initiatiques et leur cœur était soumis au secret. Les sources antiques, les vestiges archéologiques et les témoignages conservés permettent d’en connaître certains éléments, mais non d’en reconstituer avec certitude l’expérience ultime.
Cette part d’inconnu n’est pas un obstacle.
Elle appartient désormais à l’héritage même d’Éleusis.
Le mystère demeure un mystère.
Notre démarche ne consiste donc pas à prétendre retrouver ce qui a été perdu.
Elle consiste à repartir de ce qui demeure : une voie, des lieux, des mythes, des gestes connus, des œuvres, des fragments, des paysages et une interrogation humaine qui, elle, n’a pas disparu.
Que faisons-nous de la vie qui nous est donnée ?
Comment traversons-nous la perte ?
Qu’est-ce qui disparaît ?
Qu’est-ce qui revient ?
Qu’est-ce qui peut être transmis ?
Ces questions faisaient résonner Éleusis dans le monde antique.
Elles peuvent encore mettre des êtres humains en mouvement aujourd’hui.
La Voie Sacrée est donc à la fois un héritage à connaître et un chemin à rouvrir.
Από την Αθήνα στην Ελευσίνα — Η αρχαία Ιερά Οδός
Πριν γίνει για εμάς μια σύγχρονη οδός δημιουργίας, η Ιερά Οδός αποτελεί μια ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα.
Στην αρχαία Αθήνα, η Ιερά Οδός συνέδεε την πόλη με το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα, περίπου είκοσι χιλιόμετρα δυτικά.
Αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους τελετουργικούς άξονες του ελληνικού κόσμου.
Κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Ελευσινίων Μυστηρίων, που τελούνταν το φθινόπωρο, οι συμμετέχοντες αναχωρούσαν από την Αθήνα σε πομπή και ακολουθούσαν αυτή την οδό έως το ιερό.
Η ίδια η μετακίνηση αποτελούσε μέρος της εμπειρίας.
Δεν πήγαινε κανείς απλώς στην Ελευσίνα.
Έφτανε εκεί ακολουθώντας έναν δρόμο.
Η πομπή άφηνε πίσω της την πόλη, περνούσε κατώφλια, διέσχιζε τοπία και συναντούσε ιερά και τόπους φορτισμένους με αφηγήσεις πριν φτάσει στην Ελευσίνα.
Έτσι, το ίδιο το τοπίο συμμετείχε στη μετάβαση.
Αυτή η διάσταση είναι ουσιώδης για το δικό μας εγχείρημα.
Η Ιερά Οδός συνδέει δύο πόλους, καθένας από τους οποίους διαθέτει τη δική του συμβολική δύναμη.
Η Αθήνα είναι η πόλη.
Τόπος του λόγου, της φιλοσοφίας, του διαλόγου, της τέχνης και της πολιτικής ζωής.
Η Ελευσίνα είναι ο τόπος των Μυστηρίων.
Τόπος συνδεδεμένος με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, με τους κύκλους της Γης, την εξαφάνιση και την επιστροφή, τη γονιμότητα, τον θάνατο και την ελπίδα μιας ανανέωσης.
Ανάμεσά τους εκτείνεται η Οδός.
Συνδέει την πόλη με το ιερό, τη συλλογική ζωή με την εσωτερική εμπειρία, τον ορατό κόσμο με το μυστήριο της ύπαρξης.
Πρέπει, ωστόσο, να παραμένουμε προσεκτικοί ως προς όσα η ιστορία μάς επιτρέπει πραγματικά να υποστηρίξουμε.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια είχαν μυητικό χαρακτήρα και ο πυρήνας τους καλυπτόταν από μυστικότητα. Οι αρχαίες πηγές, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και οι μαρτυρίες που έχουν διασωθεί μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε ορισμένα στοιχεία τους, όχι όμως να ανασυνθέσουμε με βεβαιότητα την ύστατη εμπειρία της μύησης.
Αυτό το άγνωστο μέρος δεν αποτελεί εμπόδιο.
Ανήκει πλέον στην ίδια την κληρονομιά της Ελευσίνας.
Το μυστήριο παραμένει μυστήριο.
Η προσέγγισή μας, επομένως, δεν συνίσταται στο να ισχυριστούμε ότι μπορούμε να ανακτήσουμε ό,τι χάθηκε.
Συνίσταται στο να ξεκινήσουμε από ό,τι παραμένει: έναν δρόμο, τόπους, μύθους, γνωστές τελετουργικές πράξεις, έργα, θραύσματα, τοπία και ένα ανθρώπινο ερώτημα που δεν έχει εξαφανιστεί.
Τι κάνουμε με τη ζωή που μας δίνεται;
Πώς διασχίζουμε την απώλεια;
Τι εξαφανίζεται;
Τι επιστρέφει;
Τι μπορεί να μεταδοθεί;
Αυτά τα ερωτήματα αντηχούσαν στην Ελευσίνα του αρχαίου κόσμου.
Μπορούν ακόμη και σήμερα να θέσουν τους ανθρώπους σε κίνηση.
Η Ιερά Οδός είναι επομένως ταυτόχρονα μια κληρονομιά που πρέπει να γνωρίσουμε και ένας δρόμος που μπορούμε να ξανανοίξουμε.
Éleusis — Le mystère de la vie et de la mort

Au terme de la Voie Sacrée se trouve Éleusis.
Et au cœur d’Éleusis se trouve un récit : celui de Déméter et Perséphone.
Perséphone disparaît dans le monde souterrain.
Déméter, sa mère, la cherche.
La terre devient stérile.
Puis Perséphone revient.
Mais son retour n’abolit pas sa descente.
Elle appartient désormais aux deux mondes et son histoire inscrit dans le rythme du vivant une alternance de présence et d’absence, de fécondité et de dépouillement, de disparition et de retour.
C’est pourquoi Éleusis entre si profondément en résonance avec l’équinoxe d’automne.
À cette période de l’année, la lumière décroît.
Les fruits ont mûri.
Les récoltes s’achèvent.
La végétation commence à se retirer.
Quelque chose disparaît du monde visible.
Mais cette disparition n’est pas nécessairement une fin.
La graine enfouie dans la terre porte déjà la possibilité d’une vie nouvelle.
Éleusis place ainsi l’être humain devant l’un des plus anciens mystères :
comment penser ensemble la vie et la mort ?
Non pas seulement la mort biologique.
Toutes les formes de disparition traversent une existence.
La perte.
La séparation.
Le vieillissement.
La fin d’une époque.
La disparition d’un monde familier.
La nécessité d’abandonner certaines formes afin que d’autres puissent apparaître.
Le mythe de Déméter et Perséphone ne supprime pas cette épreuve.
Il lui donne une forme.
Il permet de regarder la descente sans oublier la possibilité du retour.
Porter une lumière dans la nuit
Une autre image devient alors essentielle : la torche.
Déméter est fréquemment associée aux torches dans la tradition et l’iconographie éleusiniennes, et les flambeaux appartiennent à l’univers des Mystères.
Cette lumière portée dans l’obscurité possède une force particulière pour notre fête.
Elle ne transforme pas la nuit en jour.
Elle permet de la traverser.
Nous retrouvons ici, dans un langage grec, l’une des intuitions qui structurent déjà notre Fête de la Transmission.
À l’automne, la lumière extérieure diminue.
La question n’est pas de nier ce mouvement.
Elle est de savoir quelle lumière peut être portée lorsque commence l’obscurcissement.
La torche d’Éleusis peut ainsi entrer en résonance avec le Feu partagé de notre fête.
Non parce qu’il s’agirait du même symbole ou d’une même tradition.
Mais parce qu’une même expérience humaine peut traverser des langages différents :
recevoir une lumière et la porter dans la traversée.
Disparaître, transformer, transmettre
Éleusis ajoute cependant une dimension essentielle à notre idée de Transmission.
Tout ne peut pas être conservé.
La vie elle-même transforme les formes qu’elle produit.
Quelque chose doit parfois disparaître pour que quelque chose d’autre puisse advenir.
Transmettre ne consiste donc pas à empêcher toute disparition.
C’est discerner ce qui, à travers les transformations, mérite de continuer à vivre.
Une civilisation reçoit des récits, des connaissances, des œuvres, des croyances, des gestes et des manières d’habiter le monde.
Elle ne peut pas tout reproduire.
Elle doit choisir.
Interpréter.
Transformer.
Créer.
Puis transmettre à son tour.
La descente de Perséphone peut alors devenir, pour notre époque, une grande image de la transformation.
Ce qui descend dans l’obscurité n’est pas nécessairement perdu.
Ce qui disparaît à nos yeux peut poursuivre ailleurs son travail de métamorphose.
Et ce qui revient ne revient jamais tout à fait identique.
La Voie Sacrée du XXIᵉ siècle ne cherche donc pas à ramener le passé à la vie comme s’il n’était jamais mort.
Elle cherche à accomplir un geste plus fécond :
descendre dans la mémoire, recevoir ce qu’elle porte encore de vivant, le transformer et le transmettre sous des formes nouvelles.
C’est là que patrimoine, spiritualité et création peuvent se rencontrer.
Et c’est là aussi que la poéïsis prend tout son sens.
Créer n’est plus rompre avec ce qui nous précède.
Créer devient une manière de lui permettre de renaître autrement.
Ελευσίνα — Το μυστήριο της ζωής και του θανάτου
Στο τέλος της Ιεράς Οδού βρίσκεται η Ελευσίνα.
Και στην καρδιά της Ελευσίνας βρίσκεται μια αφήγηση: εκείνη της Δήμητρας και της Περσεφόνης.
Η Περσεφόνη εξαφανίζεται στον κάτω κόσμο.
Η Δήμητρα, η μητέρα της, την αναζητά.
Η γη γίνεται άγονη.
Ύστερα η Περσεφόνη επιστρέφει.
Όμως η επιστροφή της δεν αναιρεί την κάθοδό της.
Ανήκει πλέον και στους δύο κόσμους και η ιστορία της εγγράφει στον ρυθμό της ζωής μια εναλλαγή παρουσίας και απουσίας, γονιμότητας και απογύμνωσης, εξαφάνισης και επιστροφής.
Γι’ αυτό η Ελευσίνα αντηχεί τόσο βαθιά με τη φθινοπωρινή ισημερία.
Αυτή την εποχή του χρόνου, το φως μειώνεται.
Οι καρποί έχουν ωριμάσει.
Οι συγκομιδές ολοκληρώνονται.
Η βλάστηση αρχίζει να αποσύρεται.
Κάτι εξαφανίζεται από τον ορατό κόσμο.
Όμως αυτή η εξαφάνιση δεν είναι αναγκαστικά ένα τέλος.
Ο σπόρος που θάβεται στη γη φέρει ήδη τη δυνατότητα μιας νέας ζωής.
Η Ελευσίνα θέτει έτσι τον άνθρωπο μπροστά σε ένα από τα αρχαιότερα μυστήρια:
πώς μπορούμε να σκεφτούμε μαζί τη ζωή και τον θάνατο;
Όχι μόνο τον βιολογικό θάνατο.
Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη διασχίζεται από πολλές μορφές εξαφάνισης.
Την απώλεια.
Τον χωρισμό.
Τα γηρατειά.
Το τέλος μιας εποχής.
Την εξαφάνιση ενός οικείου κόσμου.
Την ανάγκη να εγκαταλείψουμε ορισμένες μορφές ώστε να μπορέσουν να εμφανιστούν άλλες.
Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης δεν καταργεί αυτή τη δοκιμασία.
Της δίνει μια μορφή.
Μας επιτρέπει να κοιτάξουμε την κάθοδο χωρίς να ξεχάσουμε τη δυνατότητα της επιστροφής.
Να μεταφέρουμε ένα φως μέσα στη νύχτα
Μια άλλη εικόνα γίνεται τότε ουσιώδης: η δάδα.
Η Δήμητρα συνδέεται συχνά με τις δάδες στην ελευσινιακή παράδοση και εικονογραφία, και το φως των πυρσών ανήκει στον κόσμο των Μυστηρίων.
Αυτό το φως που μεταφέρεται μέσα στο σκοτάδι αποκτά ιδιαίτερη δύναμη για τη δική μας γιορτή.
Δεν μετατρέπει τη νύχτα σε ημέρα.
Μας επιτρέπει να τη διασχίσουμε.
Συναντούμε εδώ, μέσα σε μια ελληνική γλώσσα συμβόλων, μία από τις διαισθήσεις που ήδη οργανώνουν τη Γιορτή της Μετάδοσης.
Το φθινόπωρο, το εξωτερικό φως μειώνεται.
Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε αυτή την κίνηση.
Το ερώτημα είναι ποιο φως μπορούμε να μεταφέρουμε όταν αρχίζει το σκοτάδι.
Η δάδα της Ελευσίνας μπορεί έτσι να συνομιλήσει με τη Μοιρασμένη Φλόγα της γιορτής μας.
Όχι επειδή πρόκειται για το ίδιο σύμβολο ή για την ίδια παράδοση.
Αλλά επειδή η ίδια ανθρώπινη εμπειρία μπορεί να εκφράζεται μέσα από διαφορετικές γλώσσες:
να δεχόμαστε ένα φως και να το μεταφέρουμε μέσα στη διάβαση.
Εξαφάνιση, μεταμόρφωση, μετάδοση
Η Ελευσίνα προσθέτει, ωστόσο, μια ουσιώδη διάσταση στην έννοια της Μετάδοσης.
Δεν μπορούν να διατηρηθούν τα πάντα.
Η ίδια η ζωή μεταμορφώνει τις μορφές που δημιουργεί.
Κάτι πρέπει μερικές φορές να εξαφανιστεί για να μπορέσει να εμφανιστεί κάτι άλλο.
Η μετάδοση, επομένως, δεν σημαίνει ότι εμποδίζουμε κάθε εξαφάνιση.
Σημαίνει ότι διακρίνουμε αυτό που, μέσα από τις μεταμορφώσεις, αξίζει να συνεχίσει να ζει.
Ένας πολιτισμός παραλαμβάνει αφηγήσεις, γνώσεις, έργα, πεποιθήσεις, χειρονομίες και τρόπους κατοίκησης του κόσμου.
Δεν μπορεί να τα αναπαράγει όλα.
Πρέπει να επιλέξει.
Να ερμηνεύσει.
Να μεταμορφώσει.
Να δημιουργήσει.
Και ύστερα να μεταδώσει με τη σειρά του.
Η κάθοδος της Περσεφόνης μπορεί έτσι να γίνει, για την εποχή μας, μια μεγάλη εικόνα της μεταμόρφωσης.
Αυτό που κατεβαίνει στο σκοτάδι δεν είναι αναγκαστικά χαμένο.
Αυτό που εξαφανίζεται από τα μάτια μας μπορεί να συνεχίζει αλλού το έργο της μεταμόρφωσής του.
Και αυτό που επιστρέφει δεν επιστρέφει ποτέ ακριβώς ίδιο.
Η Ιερά Οδός του 21ου αιώνα δεν επιδιώκει λοιπόν να επαναφέρει το παρελθόν στη ζωή σαν να μην είχε ποτέ πεθάνει.
Επιδιώκει μια πιο γόνιμη πράξη:
να κατέβουμε στη μνήμη, να δεχτούμε ό,τι εξακολουθεί να είναι ζωντανό μέσα της, να το μεταμορφώσουμε και να το μεταδώσουμε μέσα από νέες μορφές.
Εδώ μπορούν να συναντηθούν η πολιτιστική κληρονομιά, η πνευματικότητα και η δημιουργία.
Και εδώ ακριβώς η ποίησις αποκτά όλο της το νόημα.
Το να δημιουργούμε δεν σημαίνει πλέον ότι διακόπτουμε τη σχέση μας με ό,τι προηγήθηκε.
Η δημιουργία γίνεται ένας τρόπος να του επιτρέψουμε να ξαναγεννηθεί διαφορετικά.
Édouard Schuré — Réimaginer les Mystères

Parmi les grandes réinterprétations modernes d’Éleusis, l’œuvre d’Édouard Schuré occupe une place particulière.
Dans Les Grands Initiés, puis dans Le Drame sacré d’Éleusis, Schuré ne cherche pas seulement à rassembler les connaissances disponibles sur les Mystères.
Écrivain, poète et dramaturge, il tente d’en retrouver la puissance spirituelle et initiatique par l’imagination et la création.
Son œuvre ne doit donc pas être considérée comme une reconstitution historiquement certaine des Mystères d’Éleusis.
Elle appartient à un autre registre : celui d’une interprétation poétique, spirituelle et dramatique moderne.
Cette distinction est essentielle pour notre démarche.
Les recherches historiques et archéologiques nous permettent d’approcher l’Éleusis antique.
Schuré nous montre autre chose : comment un créateur moderne peut recevoir cet héritage et tenter de le faire revivre à travers une œuvre nouvelle.
À ce titre, son travail peut devenir une source d’inspiration majeure pour La Voie Sacrée au XXIᵉ siècle.
Non pour reproduire son Éleusis.
Mais pour poursuivre le geste de création qu’il a lui-même accompli : entrer dans un héritage ancien, en recevoir les images et les interrogations, puis leur donner une forme nouvelle.
Cette recherche fera l’objet d’un travail spécifique à partir du Drame sacré d’Éleusis, afin d’examiner progressivement sa dramaturgie, ses symboles, ses personnages et sa conception de l’initiation.
Pour la Voie Sacrée, nous retenons pour l’instant un principe :
l’histoire établit ce que nous pouvons connaître ; la poéïsis explore ce que cet héritage peut encore faire naître.
Édouard Schuré — Επαναπροσεγγίζοντας δημιουργικά τα Μυστήρια
Ανάμεσα στις μεγάλες σύγχρονες επανερμηνείες της Ελευσίνας, το έργο του Édouard Schuré κατέχει μια ιδιαίτερη θέση.
Στους Μεγάλους Μύστες και αργότερα στο Ιερό Δράμα της Ελευσίνας, ο Schuré δεν επιδιώκει απλώς να συγκεντρώσει τις διαθέσιμες γνώσεις για τα Μυστήρια.
Ως συγγραφέας, ποιητής και δραματουργός, επιχειρεί να ξαναβρεί την πνευματική και μυητική τους δύναμη μέσα από τη φαντασία και τη δημιουργία.
Το έργο του δεν πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως μια ιστορικά βέβαιη ανασύνθεση των Ελευσινίων Μυστηρίων.
Ανήκει σε ένα διαφορετικό πεδίο: εκείνο μιας σύγχρονης ποιητικής, πνευματικής και δραματικής ερμηνείας.
Αυτή η διάκριση είναι ουσιώδης για τη δική μας προσέγγιση.
Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε την αρχαία Ελευσίνα.
Ο Schuré μάς δείχνει κάτι διαφορετικό: πώς ένας σύγχρονος δημιουργός μπορεί να δεχθεί αυτή την κληρονομιά και να επιχειρήσει να της δώσει νέα ζωή μέσα από ένα καινούργιο έργο.
Από αυτή την άποψη, το έργο του μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή έμπνευσης για την Ιερά Οδό στον 21ο αιώνα.
Όχι για να αναπαράγουμε τη δική του Ελευσίνα.
Αλλά για να συνεχίσουμε τη δημιουργική πράξη που πραγματοποίησε ο ίδιος: να εισέλθουμε σε μια αρχαία κληρονομιά, να δεχθούμε τις εικόνες και τα ερωτήματά της και στη συνέχεια να τους δώσουμε μια νέα μορφή.
Η έρευνα αυτή θα αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης με αφετηρία το Ιερό Δράμα της Ελευσίνας, ώστε να εξετάσουμε σταδιακά τη δραματουργία, τα σύμβολα, τα πρόσωπα και την αντίληψή του για τη μύηση.
Για την Ιερά Οδό, προς το παρόν, κρατάμε μία βασική αρχή:
η ιστορία καθορίζει όσα μπορούμε να γνωρίζουμε· η ποίησις εξερευνά όσα αυτή η κληρονομιά μπορεί ακόμη να γεννήσει.
La Voie Sacrée de la poéïsis

Rouvrir la Voie Sacrée au XXIᵉ siècle ne consiste pas seulement à retrouver un itinéraire.
Il s’agit d’en faire à nouveau un chemin de création.
Le mot grec ποίησις — poíēsis signifie l’action de faire, de produire, de faire advenir.
Avant de désigner la poésie comme genre littéraire, il renvoie à l’acte même par lequel quelque chose qui n’existait pas encore prend forme.
C’est dans ce sens que nous proposons de faire de la Voie Sacrée une voie de la poéïsis.
Marcher et créer
Le chemin entre Athènes et Éleusis peut devenir un immense espace de création à ciel ouvert.
La marche elle-même en constitue le premier geste.
Elle modifie le rythme.
Elle déplace le regard.
Elle met le corps en relation avec le territoire.
Elle permet de rencontrer autrement les paysages, les vestiges, les quartiers, les habitants, les récits et les transformations contemporaines de la Voie.
À cette marche peuvent venir se joindre toutes les formes de création.
Poésie.
Musique.
Théâtre.
Danse.
Arts visuels.
Photographie.
Cinéma.
Création sonore.
Installations.
Performances.
Créations numériques.
Mais aussi silence, méditation, récit, conversation et gestes collectifs.
Il ne s’agit pas de décorer la Voie avec des œuvres.
La Voie elle-même devient l’œuvre.
Un patrimoine qui recommence à créer
Cette conception transforme profondément notre relation au patrimoine.
Un patrimoine vivant n’est pas seulement quelque chose que l’on protège parce qu’il vient du passé.
Il est aussi quelque chose qui peut encore produire du nouveau.
La Voie Sacrée a été parcourue pendant des siècles.
Des générations y ont marché avant nous.
Des récits, des croyances, des images et des gestes s’y sont déposés.
Notre responsabilité n’est pas seulement de les conserver.
Elle est aussi de nous demander :
que peuvent-ils encore faire naître ?
Une œuvre contemporaine peut répondre à un fragment antique.
Un poème peut naître devant un paysage.
Une musique peut entrer en dialogue avec un mythe.
Une création numérique peut rendre perceptible une mémoire disparue.
Une rencontre entre plusieurs traditions peut ouvrir une interprétation nouvelle.
Le passé cesse alors d’être derrière nous.
Il devient une matière de création.
Une œuvre collective et ouverte
La Voie Sacrée de la poéïsis ne doit pas appartenir à un artiste, à une institution ou à une tradition particulière.
Elle peut devenir une œuvre collective.
Artistes, habitants, chercheurs, philosophes, marcheurs, étudiants, communautés spirituelles et visiteurs peuvent y apporter leurs propres formes de création.
La diversité n’est pas un obstacle à l’unité du projet.
Elle en constitue la matière.
Car l’unité ne vient pas de l’uniformité.
Elle vient de la mise en relation.
C’est ici que la Voie Sacrée rejoint directement la vocation d’Athènes comme hub de l’Archipel Poëtique.
Relier des lieux.
Relier des personnes.
Relier des époques.
Relier des cultures.
Relier des formes de création.
Créer pour transmettre
Cette poéïsis trouve enfin son sens dans la Fête de l’Équinoxe d’automne.
Créer n’est pas seulement ajouter une œuvre au monde.
Créer peut devenir un acte de transmission.
Nous recevons quelque chose du passé.
Nous le regardons.
Nous le questionnons.
Nous discernons ce qui demeure vivant.
Puis nous lui donnons une nouvelle forme afin qu’il puisse continuer son chemin.
La création devient ainsi le passage entre héritage et transmission.
C’est peut-être là que se trouve la vocation contemporaine de la Voie Sacrée.
Non pas transformer Athènes et Éleusis en décor d’un passé disparu.
Mais permettre à leur mémoire de redevenir féconde.
Recevoir un héritage.
Le mettre en mouvement.
Créer.
Transmettre.
Faire de nouveau advenir.
Η Ιερά Οδός της ποίησης
Το να ξανανοίξουμε την Ιερά Οδό στον 21ο αιώνα δεν σημαίνει μόνο ότι ξαναβρίσκουμε μια διαδρομή.
Σημαίνει ότι την κάνουμε ξανά έναν δρόμο δημιουργίας.
Η ελληνική λέξη ποίησις — poíēsis σημαίνει την πράξη του ποιείν, του δημιουργείν, του να κάνουμε κάτι να έρθει στην ύπαρξη.
Πριν συνδεθεί με την ποίηση ως λογοτεχνικό είδος, παραπέμπει στην ίδια την πράξη μέσα από την οποία κάτι που δεν υπήρχε ακόμη παίρνει μορφή.
Με αυτή την έννοια προτείνουμε να γίνει η Ιερά Οδός μια οδός της ποίησης.
Βαδίζοντας και δημιουργώντας
Ο δρόμος ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα μπορεί να γίνει ένας μεγάλος υπαίθριος χώρος δημιουργίας.
Το ίδιο το βάδισμα αποτελεί την πρώτη πράξη.
Αλλάζει τον ρυθμό.
Μετατοπίζει το βλέμμα.
Φέρνει το σώμα σε σχέση με τον τόπο.
Μας επιτρέπει να συναντήσουμε διαφορετικά τα τοπία, τα κατάλοιπα, τις γειτονιές, τους κατοίκους, τις αφηγήσεις και τις σύγχρονες μεταμορφώσεις της Οδού.
Σε αυτή την πορεία μπορούν να συναντηθούν όλες οι μορφές δημιουργίας.
Ποίηση.
Μουσική.
Θέατρο.
Χορός.
Εικαστικές τέχνες.
Φωτογραφία.
Κινηματογράφος.
Ηχητική δημιουργία.
Εγκαταστάσεις.
Περφόρμανς.
Ψηφιακές δημιουργίες.
Αλλά επίσης η σιωπή, ο διαλογισμός, η αφήγηση, η συνομιλία και οι συλλογικές δράσεις.
Δεν πρόκειται να διακοσμήσουμε την Οδό με έργα.
Η ίδια η Οδός γίνεται το έργο.
Μια κληρονομιά που αρχίζει ξανά να δημιουργεί
Αυτή η αντίληψη μεταμορφώνει βαθιά τη σχέση μας με την πολιτιστική κληρονομιά.
Μια ζωντανή κληρονομιά δεν είναι μόνο κάτι που προστατεύουμε επειδή προέρχεται από το παρελθόν.
Είναι επίσης κάτι που μπορεί ακόμη να γεννήσει το καινούργιο.
Η Ιερά Οδός διασχίστηκε επί αιώνες.
Γενιές ανθρώπων βάδισαν εκεί πριν από εμάς.
Αφηγήσεις, πεποιθήσεις, εικόνες και χειρονομίες έχουν αποτυπωθεί πάνω της.
Η ευθύνη μας δεν είναι μόνο να τα διατηρήσουμε.
Είναι επίσης να αναρωτηθούμε:
τι μπορούν ακόμη να γεννήσουν;
Ένα σύγχρονο έργο μπορεί να απαντήσει σε ένα αρχαίο θραύσμα.
Ένα ποίημα μπορεί να γεννηθεί μπροστά σε ένα τοπίο.
Μια μουσική μπορεί να συνομιλήσει με έναν μύθο.
Μια ψηφιακή δημιουργία μπορεί να κάνει αισθητή μια μνήμη που έχει χαθεί.
Μια συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων μπορεί να ανοίξει μια νέα ερμηνεία.
Το παρελθόν παύει τότε να βρίσκεται απλώς πίσω μας.
Γίνεται ύλη δημιουργίας.
Ένα συλλογικό και ανοιχτό έργο
Η Ιερά Οδός της ποίησης δεν πρέπει να ανήκει σε έναν καλλιτέχνη, έναν θεσμό ή μία συγκεκριμένη παράδοση.
Μπορεί να γίνει ένα συλλογικό έργο.
Καλλιτέχνες, κάτοικοι, ερευνητές, φιλόσοφοι, περιπατητές, φοιτητές, πνευματικές κοινότητες και επισκέπτες μπορούν να συνεισφέρουν τις δικές τους μορφές δημιουργίας.
Η διαφορετικότητα δεν αποτελεί εμπόδιο για την ενότητα του εγχειρήματος.
Αποτελεί την ίδια του την ύλη.
Γιατί η ενότητα δεν προέρχεται από την ομοιομορφία.
Προέρχεται από τη σύνδεση και τη σχέση.
Εδώ η Ιερά Οδός συναντά άμεσα τον ρόλο της Αθήνας ως κόμβου του Ποιητικού Αρχιπελάγους.
Να συνδέει τόπους.
Να συνδέει ανθρώπους.
Να συνδέει εποχές.
Να συνδέει πολιτισμούς.
Να συνδέει μορφές δημιουργίας.
Δημιουργώντας για να μεταδώσουμε
Αυτή η ποίησις βρίσκει τελικά το νόημά της στη Γιορτή της Φθινοπωρινής Ισημερίας.
Η δημιουργία δεν σημαίνει μόνο ότι προσθέτουμε ένα ακόμη έργο στον κόσμο.
Μπορεί να γίνει πράξη μετάδοσης.
Παραλαμβάνουμε κάτι από το παρελθόν.
Το κοιτάζουμε.
Το θέτουμε υπό ερώτηση.
Διακρίνουμε αυτό που παραμένει ζωντανό.
Και ύστερα του δίνουμε μια νέα μορφή ώστε να μπορέσει να συνεχίσει τον δρόμο του.
Η δημιουργία γίνεται έτσι το πέρασμα ανάμεσα στην κληρονομιά και τη μετάδοση.
Ίσως εδώ βρίσκεται η σύγχρονη αποστολή της Ιεράς Οδού.
Όχι να μετατρέψουμε την Αθήνα και την Ελευσίνα σε σκηνικό ενός χαμένου παρελθόντος.
Αλλά να επιτρέψουμε στη μνήμη τους να γίνει ξανά γόνιμη.
Να δεχθούμε μια κληρονομιά.
Να τη θέσουμε σε κίνηση.
Να δημιουργήσουμε.
Να μεταδώσουμε.
Να κάνουμε κάτι να υπάρξει ξανά.
Réouvrir la conversation gréco-bouddhique

La Voie Sacrée peut aussi devenir un lieu de rencontre entre des traditions qui se sont déjà croisées dans l’histoire.
Parmi ces rencontres, celle du monde grec et du bouddhisme occupe une place singulière.
Après les conquêtes d’Alexandre, des royaumes hellénistiques s’établissent en Asie centrale et dans le nord-ouest du sous-continent indien. Pendant plusieurs siècles, populations, langues, philosophies, religions et formes artistiques grecques et indiennes entrent ainsi en contact.
De ces échanges naît ce que l’on appelle aujourd’hui le gréco-bouddhisme.
Il ne s’agit pas d’une rencontre qui aurait eu lieu à Athènes même.
Mais Athènes peut aujourd’hui devenir le lieu symbolique où cette conversation ancienne est rouverte.
Quand les cultures se transforment par la rencontre
L’un des témoignages les plus visibles de cette rencontre se trouve dans l’art du Gandhāra.
Dans cette région située principalement dans les actuels Pakistan et Afghanistan, l’art bouddhique adopte et transforme certains éléments issus du monde artistique hellénistique.
Les formes circulent.
Elles changent de sens.
Elles donnent naissance à quelque chose qui n’appartient plus entièrement à l’un ou à l’autre monde.
Cette histoire illustre précisément ce que nous entendons par transmission.
Transmettre n’est pas reproduire.
C’est recevoir une forme, la faire entrer dans une autre culture, la transformer et permettre ainsi l’apparition de quelque chose de nouveau.
Le dialogue comme chemin
Une autre rencontre remarquable nous est transmise par le Milindapañha — Les Questions de Milinda.
Le texte met en scène un dialogue entre le roi indo-grec Milinda, généralement identifié à Ménandre Ier, et le sage bouddhiste Nāgasena.
Le roi interroge.
Le sage répond.
Le roi objecte.
La pensée avance par questions, raisonnements, images et comparaisons.
Cette forme possède une résonance particulière avec l’héritage philosophique grec.
La vérité n’est pas simplement proclamée.
Elle est recherchée dans la conversation.
C’est peut-être l’une des dimensions que la Voie Sacrée du XXIᵉ siècle peut retrouver.
Marcher ensemble.
Interroger.
Écouter.
Répondre.
Accepter que la rencontre transforme les questions elles-mêmes.
Athènes, lieu d’une conversation retrouvée
Il ne s’agit donc pas de prétendre établir une continuité historique directe entre l’Athènes antique et le bouddhisme.
Il s’agit de partir d’une rencontre qui a réellement existé entre les mondes grec et bouddhique pour ouvrir une possibilité contemporaine.
Athènes peut redevenir un lieu où différentes conceptions de l’être humain, de la connaissance, de la transformation intérieure et de l’amour entrent en conversation.
La philosophie grecque.
Le bouddhisme.
Le christianisme.
Et, au-delà d’eux, toutes les traditions capables de participer à cette recherche commune.
La Civilisation de l’Amour ne demande pas aux traditions de devenir identiques.
Elle leur propose de se rencontrer.
La Voie Sacrée peut devenir l’un des lieux de cette rencontre.
Après plus de deux millénaires, il devient alors possible de rouvrir une conversation commencée entre le monde grec et le monde bouddhique — et de la poursuivre avec les questions de notre temps.
Ξανανοίγοντας τον ελληνοβουδιστικό διάλογο
Η Ιερά Οδός μπορεί επίσης να γίνει ένας τόπος συνάντησης ανάμεσα σε παραδόσεις που έχουν ήδη διασταυρωθεί μέσα στην ιστορία.
Ανάμεσα σε αυτές τις συναντήσεις, εκείνη του ελληνικού κόσμου και του βουδισμού κατέχει μια ξεχωριστή θέση.
Μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, ελληνιστικά βασίλεια εγκαθίστανται στην Κεντρική Ασία και στο βορειοδυτικό τμήμα της ινδικής υποηπείρου. Για αρκετούς αιώνες, πληθυσμοί, γλώσσες, φιλοσοφίες, θρησκείες και καλλιτεχνικές μορφές ελληνικής και ινδικής προέλευσης έρχονται έτσι σε επαφή.
Από αυτές τις ανταλλαγές γεννιέται αυτό που σήμερα αποκαλούμε ελληνοβουδισμό.
Δεν πρόκειται για μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στην ίδια την Αθήνα.
Η Αθήνα όμως μπορεί σήμερα να γίνει ο συμβολικός τόπος όπου αυτή η αρχαία συνομιλία ξανανοίγει.
Όταν οι πολιτισμοί μεταμορφώνονται μέσα από τη συνάντηση
Μία από τις πιο ορατές μαρτυρίες αυτής της συνάντησης βρίσκεται στην τέχνη της Γκαντάρα.
Σε αυτή την περιοχή, που βρίσκεται κυρίως στο σημερινό Πακιστάν και Αφγανιστάν, η βουδιστική τέχνη υιοθετεί και μεταμορφώνει ορισμένα στοιχεία που προέρχονται από τον ελληνιστικό καλλιτεχνικό κόσμο.
Οι μορφές κυκλοφορούν.
Αλλάζουν νόημα.
Γεννούν κάτι που δεν ανήκει πλέον ολοκληρωτικά ούτε στον έναν ούτε στον άλλο κόσμο.
Αυτή η ιστορία δείχνει ακριβώς τι εννοούμε με τη μετάδοση.
Μεταδίδω δεν σημαίνει αναπαράγω.
Σημαίνει δέχομαι μια μορφή, την αφήνω να εισέλθει σε έναν άλλο πολιτισμό, τη μεταμορφώνω και επιτρέπω έτσι την εμφάνιση κάτι καινούργιου.
Ο διάλογος ως δρόμος
Μια άλλη αξιοσημείωτη συνάντηση μας μεταδίδεται μέσα από το Milindapañha — Τα Ερωτήματα του Μιλίντα.
Το κείμενο παρουσιάζει έναν διάλογο ανάμεσα στον Ινδοέλληνα βασιλιά Μιλίντα, ο οποίος γενικά ταυτίζεται με τον Μένανδρο Α΄, και τον βουδιστή σοφό Ναγκασένα.
Ο βασιλιάς ρωτά.
Ο σοφός απαντά.
Ο βασιλιάς προβάλλει αντιρρήσεις.
Η σκέψη προχωρά μέσα από ερωτήσεις, συλλογισμούς, εικόνες και παραδείγματα.
Αυτή η μορφή έχει ιδιαίτερη απήχηση στην ελληνική φιλοσοφική κληρονομιά.
Η αλήθεια δεν διακηρύσσεται απλώς.
Αναζητείται μέσα από τη συνομιλία.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις διαστάσεις που μπορεί να ξαναβρεί η Ιερά Οδός του 21ου αιώνα.
Να βαδίζουμε μαζί.
Να θέτουμε ερωτήματα.
Να ακούμε.
Να απαντούμε.
Να δεχόμαστε ότι η ίδια η συνάντηση μεταμορφώνει ακόμη και τα ερωτήματα.
Αθήνα, τόπος μιας συνομιλίας που ξαναρχίζει
Δεν πρόκειται λοιπόν να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια άμεση ιστορική συνέχεια ανάμεσα στην αρχαία Αθήνα και τον βουδισμό.
Πρόκειται να ξεκινήσουμε από μια συνάντηση που πράγματι υπήρξε ανάμεσα στον ελληνικό και τον βουδιστικό κόσμο, για να ανοίξουμε μια σύγχρονη δυνατότητα.
Η Αθήνα μπορεί να γίνει ξανά ένας τόπος όπου διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο, τη γνώση, την εσωτερική μεταμόρφωση και την αγάπη εισέρχονται σε διάλογο.
Η ελληνική φιλοσοφία.
Ο βουδισμός.
Ο χριστιανισμός.
Και, πέρα από αυτούς, όλες οι παραδόσεις που μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτή την κοινή αναζήτηση.
Ο Πολιτισμός της Αγάπης δεν ζητά από τις παραδόσεις να γίνουν ίδιες.
Τις καλεί να συναντηθούν.
Η Ιερά Οδός μπορεί να γίνει ένας από τους τόπους αυτής της συνάντησης.
Ύστερα από περισσότερες από δύο χιλιετίες, γίνεται έτσι δυνατό να ξανανοίξουμε μια συνομιλία που άρχισε ανάμεσα στον ελληνικό και τον βουδιστικό κόσμο — και να τη συνεχίσουμε με τα ερωτήματα της εποχής μας.
Du dialogue des traditions à une Civilisation de l’Amour

La rencontre entre le monde grec et le bouddhisme nous conduit au cœur du projet.
Car la Civilisation de l’Amour ne cherche pas à créer une nouvelle religion ni à réunir artificiellement les traditions dans une doctrine commune.
Elle propose un espace où elles peuvent entrer en relation.
Athènes possède pour cela une vocation particulière.
La ville qui fut l’un des grands lieux de naissance de la philosophie occidentale peut devenir au XXIᵉ siècle un lieu de conversation entre les différentes sagesses de l’humanité.
Non pour effacer leurs différences.
Mais pour découvrir ce qu’elles peuvent s’apporter les unes aux autres.
Trois chemins vers la transformation de l’être humain
La philosophie grecque nous transmet l’exigence du questionnement, de la connaissance de soi et d’une vie examinée.
Le bouddhisme place au centre de son chemin la transformation de l’esprit, la compréhension de l’impermanence et le développement de la bienveillance et de la compassion — Maitrī et Karuṇā.
Le christianisme fait de l’amour — Agapè — le cœur de la relation entre l’être humain, les autres et Dieu.
Ces traditions ne disent pas la même chose.
Elles ne doivent pas être confondues.
Mais elles peuvent se rencontrer autour d’une même interrogation :
comment transformer notre manière d’être au monde et d’entrer en relation avec les autres ?
L’amour comme relation
Dans cette perspective, l’amour n’est pas seulement un sentiment.
Il devient une manière d’être en relation.
L’École de l’Amour trinitaire explore cette dimension à partir de l’intuition chrétienne d’un Dieu qui est lui-même relation d’amour — Père, Fils et Esprit.
Cette relation peut trouver une traduction très simple dans l’expérience humaine :
donner — recevoir — partager.
Le bouddhisme ouvre une autre voie.
La bienveillance et la compassion invitent à déplacer le centre de gravité de l’existence, à desserrer l’emprise de l’ego et à reconnaître notre interdépendance avec les autres êtres.
Deux traditions différentes peuvent ainsi conduire vers une même exigence humaine : sortir de l’enfermement en soi pour entrer véritablement en relation.
Le silence avant la parole
Mais aucune conversation profonde n’est possible sans écoute.
Avant de parler, il faut pouvoir faire silence.
Le silence et la méditation occupent, sous des formes différentes, une place importante dans les traditions bouddhistes comme dans de nombreuses traditions chrétiennes.
Ils ouvrent un espace où la relation ne dépend plus seulement des mots.
Sur la Voie Sacrée, le silence peut ainsi devenir lui-même une expérience partagée.
Marcher quelque temps sans parler.
Écouter le souffle.
Écouter le paysage.
Écouter les autres présences.
Puis seulement reprendre la conversation.
Le dialogue entre les traditions cesse alors d’être une comparaison intellectuelle.
Il devient une expérience vécue de la relation.
Athènes, capitale d’une conversation
C’est dans ce sens qu’Athènes peut être proposée comme capitale symbolique de la Civilisation de l’Amour.
Non comme centre qui imposerait une pensée au reste du monde.
Mais comme lieu de mise en relation.
Un lieu où philosophie, spiritualité, art et création peuvent à nouveau se rencontrer.
Un lieu où le christianisme peut dialoguer avec le bouddhisme.
Où l’héritage grec peut rencontrer les sagesses venues d’ailleurs.
Où les différences ne sont ni supprimées ni enfermées dans leurs frontières.
La Voie Sacrée d’Athènes à Éleusis peut devenir l’un des premiers territoires d’expérimentation de cette ambition.
Un chemin où l’on ne demande pas d’abord :
« Que devons-nous tous croire ? »
Mais :
« Que pouvons-nous apprendre les uns des autres, créer ensemble et transmettre ? »
C’est peut-être ainsi que peut commencer une Civilisation de l’Amour.
Από τον διάλογο των παραδόσεων σε έναν Πολιτισμό της Αγάπης
Η συνάντηση ανάμεσα στον ελληνικό κόσμο και τον βουδισμό μάς οδηγεί στην καρδιά του εγχειρήματος.
Γιατί ο Πολιτισμός της Αγάπης δεν επιδιώκει να δημιουργήσει μια νέα θρησκεία ούτε να ενώσει τεχνητά τις παραδόσεις σε ένα κοινό δόγμα.
Προτείνει έναν χώρο όπου μπορούν να έρθουν σε σχέση.
Η Αθήνα έχει γι’ αυτό μια ιδιαίτερη αποστολή.
Η πόλη που υπήρξε ένας από τους μεγάλους τόπους γέννησης της δυτικής φιλοσοφίας μπορεί να γίνει στον 21ο αιώνα ένας τόπος συνομιλίας ανάμεσα στις διαφορετικές σοφίες της ανθρωπότητας.
Όχι για να εξαφανίσει τις διαφορές τους.
Αλλά για να ανακαλύψει τι μπορούν να προσφέρουν η μία στην άλλη.
Τρεις δρόμοι προς τη μεταμόρφωση του ανθρώπου
Η ελληνική φιλοσοφία μάς μεταδίδει την απαίτηση της ερώτησης, της αυτογνωσίας και μιας ζωής που εξετάζει τον εαυτό της.
Ο βουδισμός τοποθετεί στο κέντρο της πορείας του τη μεταμόρφωση του νου, την κατανόηση της παροδικότητας και την ανάπτυξη της καλοσύνης και της συμπόνιας — Maitrī και Karuṇā.
Ο χριστιανισμός θέτει την αγάπη — Αγάπη (Agapè) — στην καρδιά της σχέσης του ανθρώπου με τους άλλους και με τον Θεό.
Αυτές οι παραδόσεις δεν λένε το ίδιο πράγμα.
Δεν πρέπει να συγχέονται.
Μπορούν όμως να συναντηθούν γύρω από ένα κοινό ερώτημα:
πώς μπορούμε να μεταμορφώσουμε τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε στον κόσμο και σχετιζόμαστε με τους άλλους;
Η αγάπη ως σχέση
Από αυτή την άποψη, η αγάπη δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα.
Γίνεται ένας τρόπος ύπαρξης μέσα στη σχέση.
Η Σχολή της Τριαδικής Αγάπης διερευνά αυτή τη διάσταση ξεκινώντας από τη χριστιανική αντίληψη ενός Θεού που είναι ο ίδιος σχέση αγάπης — Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Αυτή η σχέση μπορεί να βρει μια πολύ απλή έκφραση στην ανθρώπινη εμπειρία:
δίνω — δέχομαι — μοιράζομαι.
Ο βουδισμός ανοίγει έναν άλλο δρόμο.
Η καλοσύνη και η συμπόνια μας καλούν να μετατοπίσουμε το κέντρο βάρους της ύπαρξής μας, να χαλαρώσουμε την κυριαρχία του εγώ και να αναγνωρίσουμε την αλληλεξάρτησή μας με τα άλλα όντα.
Δύο διαφορετικές παραδόσεις μπορούν έτσι να μας οδηγήσουν προς την ίδια ανθρώπινη απαίτηση: να βγούμε από την απομόνωση του εαυτού για να εισέλθουμε πραγματικά στη σχέση.
Η σιωπή πριν από τον λόγο
Καμία βαθιά συνομιλία όμως δεν είναι δυνατή χωρίς ακρόαση.
Πριν μιλήσουμε, πρέπει να μπορούμε να σωπάσουμε.
Η σιωπή και ο διαλογισμός κατέχουν, με διαφορετικές μορφές, σημαντική θέση τόσο στις βουδιστικές όσο και σε πολλές χριστιανικές παραδόσεις.
Ανοίγουν έναν χώρο όπου η σχέση δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις λέξεις.
Στην Ιερά Οδό, η σιωπή μπορεί έτσι να γίνει η ίδια μια κοινή εμπειρία.
Να περπατήσουμε για λίγο χωρίς να μιλάμε.
Να ακούσουμε την αναπνοή.
Να ακούσουμε το τοπίο.
Να ακούσουμε τις άλλες παρουσίες.
Και μόνο τότε να ξαναρχίσουμε τη συνομιλία.
Ο διάλογος ανάμεσα στις παραδόσεις παύει έτσι να είναι μια διανοητική σύγκριση.
Γίνεται μια βιωμένη εμπειρία της σχέσης.
Αθήνα, πρωτεύουσα μιας συνομιλίας
Με αυτή την έννοια, η Αθήνα μπορεί να προταθεί ως συμβολική πρωτεύουσα του Πολιτισμού της Αγάπης.
Όχι ως ένα κέντρο που θα επέβαλλε μια σκέψη στον υπόλοιπο κόσμο.
Αλλά ως τόπος συνάντησης και σύνδεσης.
Ένας τόπος όπου η φιλοσοφία, η πνευματικότητα, η τέχνη και η δημιουργία μπορούν να συναντηθούν ξανά.
Ένας τόπος όπου ο χριστιανισμός μπορεί να συνομιλήσει με τον βουδισμό.
Όπου η ελληνική κληρονομιά μπορεί να συναντήσει σοφίες που προέρχονται από άλλους τόπους.
Όπου οι διαφορές ούτε καταργούνται ούτε εγκλωβίζονται μέσα στα σύνορά τους.
Η Ιερά Οδός από την Αθήνα προς την Ελευσίνα μπορεί να γίνει ένας από τους πρώτους τόπους πειραματισμού αυτής της φιλοδοξίας.
Ένας δρόμος όπου δεν θα ρωτάμε πρώτα:
«Τι πρέπει όλοι να πιστεύουμε;»
Αλλά:
«Τι μπορούμε να μάθουμε ο ένας από τον άλλον, να δημιουργήσουμε μαζί και να μεταδώσουμε;»
Ίσως έτσι μπορεί να αρχίσει ένας Πολιτισμός της Αγάπης.
La Voie Sacrée dans la Fête de l’Équinoxe d’Automne — La Transmission
La présence de la Voie Sacrée au cœur de la Fête de l’Équinoxe d’automne — La Transmission n’est pas fortuite.
Elle est née d’une rencontre entre notre calendrier des Huit Fêtes du Vivant et le calendrier religieux de l’Athènes antique.
Les Grands Mystères d’Éleusis étaient célébrés au mois de Boédromion — Βοηδρομιών, un mois du calendrier attique correspondant approximativement à septembre-octobre, au commencement de l’automne.
Il serait inexact de les présenter comme une fête fixée à notre équinoxe du 21 septembre : le calendrier attique était luni-solaire et ses dates se déplaçaient par rapport à notre calendrier.
Mais leur inscription dans cette période de l’année est essentielle.
C’est le temps où la lumière commence à décroître, où les récoltes arrivent à maturité et où le monde végétal s’engage progressivement vers son retrait.
Or les Mystères d’Éleusis sont précisément liés à Déméter et Perséphone, à la fécondité de la Terre, à la disparition et au retour, et, plus profondément, au mystère de la vie et de la mort.
Cette proximité saisonnière et symbolique nous a conduits à établir le lien avec notre Fête de l’Équinoxe d’automne.
Mais un second rapprochement est alors apparu.
Notre fête est celle de la Transmission.
Et les participants aux Grands Mystères ne célébraient pas Éleusis depuis Athènes : ils quittaient Athènes et empruntaient la Voie Sacrée pour rejoindre Éleusis.
La transmission pouvait dès lors devenir un chemin.
De l’automne antique à la fête contemporaine
À l’équinoxe, la nature elle-même semble poser une question :
qu’allons-nous faire de ce que nous avons reçu ?
Les fruits sont arrivés à maturité.
La récolte a été recueillie.
Tout ne pourra être conservé sous sa forme présente.
Une part sera consommée.
Une part disparaîtra.
Une part deviendra semence.
C’est précisément ce passage qui donne son sens à la Transmission.
La Voie Sacrée permet de l’inscrire dans le territoire athénien.
Athènes devient le lieu du départ et de l’héritage reçu.
Éleusis, celui du mystère de la transformation.
Et la Voie qui les relie devient le lieu du passage.
Recevoir à Athènes.
Marcher.
Discerner.
Transformer.
Créer.
Transmettre à Éleusis — puis rapporter au monde ce qui a été reçu et transformé.
La Voie Sacrée n’est donc pas un thème ajouté à la Fête de l’Équinoxe.
Elle en constitue progressivement une expression athénienne naturelle : une ancienne procession d’automne vers Éleusis devient, au XXIᵉ siècle, le support possible d’une nouvelle expérience de transmission.
Du geste au chemin
Dans la Fête de l’Équinoxe, une flamme passe d’une personne à l’autre.
Sur la Voie Sacrée, ce geste peut prendre la dimension d’un chemin.
La lumière est reçue.
Elle est portée.
Elle traverse l’obscurité.
Elle passe à d’autres.
Le geste de quelques instants devient une marche entre Athènes et Éleusis.
Et le symbole devient territoire.
Recevoir.
Discerner.
Transformer.
Créer.
Transmettre.
La Voie Sacrée donne ainsi à la Fête de l’Équinoxe d’automne un ancrage profondément athénien.
Elle relie le rythme du vivant, la mémoire d’Éleusis, la spiritualité, la création et la transmission.
Elle fait de la Transmission non seulement une idée ou un symbole, mais un chemin à parcourir.
→ Découvrir la Fête de l’Équinoxe d’automne — La Transmission
Η Ιερά Οδός στη Γιορτή της Ισημερίας — Η Μετάδοση
Η παρουσία της Ιεράς Οδού στην καρδιά της Γιορτής της Φθινοπωρινής Ισημερίας — Η Μετάδοση δεν είναι τυχαία.
Γεννήθηκε από μια συνάντηση ανάμεσα στο ημερολόγιο των Οκτώ Γιορτών του Ζωντανού και στο θρησκευτικό ημερολόγιο της αρχαίας Αθήνας.
Τα Μεγάλα Ελευσίνια Μυστήρια τελούνταν κατά τον μήνα Βοηδρομιώνα — Βοηδρομιών, έναν μήνα του αττικού ημερολογίου που αντιστοιχεί περίπου στον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, στις αρχές του φθινοπώρου.
Θα ήταν ανακριβές να τα παρουσιάσουμε ως μια γιορτή καθορισμένη στη δική μας ημερομηνία της 21ης Σεπτεμβρίου: το αττικό ημερολόγιο ήταν σεληνοηλιακό και οι ημερομηνίες του μετακινούνταν σε σχέση με το σημερινό μας ημερολόγιο.
Η ένταξή τους όμως σε αυτή την περίοδο του έτους είναι ουσιώδης.
Είναι η εποχή κατά την οποία το φως αρχίζει να μειώνεται, οι καρποί φτάνουν στην ωριμότητά τους και ο φυτικός κόσμος αρχίζει σταδιακά να αποσύρεται.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια συνδέονται ακριβώς με τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, με τη γονιμότητα της Γης, με την εξαφάνιση και την επιστροφή και, βαθύτερα, με το μυστήριο της ζωής και του θανάτου.
Αυτή η εποχική και συμβολική εγγύτητα μάς οδήγησε να συνδέσουμε την Ελευσίνα με τη Γιορτή της Φθινοπωρινής Ισημερίας.
Τότε όμως εμφανίστηκε και μια δεύτερη σύνδεση.
Η δική μας γιορτή είναι η γιορτή της Μετάδοσης.
Και όσοι συμμετείχαν στα Μεγάλα Μυστήρια δεν γιόρταζαν την Ελευσίνα από την Αθήνα: έφευγαν από την Αθήνα και ακολουθούσαν την Ιερά Οδό για να φτάσουν στην Ελευσίνα.
Η μετάδοση μπορούσε έτσι να γίνει δρόμος.
Από το αρχαίο φθινόπωρο στη σύγχρονη γιορτή
Στην ισημερία, η ίδια η φύση μοιάζει να μας θέτει ένα ερώτημα:
τι θα κάνουμε με όσα έχουμε λάβει;
Οι καρποί έχουν ωριμάσει.
Η συγκομιδή έχει ολοκληρωθεί.
Δεν μπορούν όλα να διατηρηθούν με τη σημερινή τους μορφή.
Ένα μέρος θα καταναλωθεί.
Ένα μέρος θα εξαφανιστεί.
Ένα μέρος θα γίνει σπόρος.
Ακριβώς αυτό το πέρασμα δίνει το νόημά του στη Μετάδοση.
Η Ιερά Οδός επιτρέπει να εγγραφεί αυτή η εμπειρία στο αθηναϊκό τοπίο.
Η Αθήνα γίνεται ο τόπος της αναχώρησης και της κληρονομιάς που έχουμε λάβει.
Η Ελευσίνα, ο τόπος του μυστηρίου της μεταμόρφωσης.
Και η Οδός που τις συνδέει γίνεται ο τόπος του περάσματος.
Να δεχθούμε στην Αθήνα.
Να βαδίσουμε.
Να διακρίνουμε.
Να μεταμορφώσουμε.
Να δημιουργήσουμε.
Να μεταδώσουμε στην Ελευσίνα — και έπειτα να επιστρέψουμε στον κόσμο με αυτό που δεχθήκαμε και μεταμορφώσαμε.
Η Ιερά Οδός δεν είναι λοιπόν ένα θέμα που προστέθηκε στη Γιορτή της Ισημερίας.
Αναδεικνύεται σταδιακά σε μια φυσική αθηναϊκή έκφρασή της: μια αρχαία φθινοπωρινή πομπή προς την Ελευσίνα γίνεται, στον 21ο αιώνα, το πιθανό πλαίσιο μιας νέας εμπειρίας μετάδοσης.
Από τη χειρονομία στον δρόμο
Στη Γιορτή της Ισημερίας, μια φλόγα περνά από τον έναν άνθρωπο στον άλλον.
Στην Ιερά Οδό, αυτή η χειρονομία μπορεί να αποκτήσει τη διάσταση ενός ολόκληρου δρόμου.
Το φως γίνεται δεκτό.
Μεταφέρεται.
Διασχίζει το σκοτάδι.
Περνά σε άλλους.
Η χειρονομία λίγων στιγμών γίνεται μια πορεία ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα.
Και το σύμβολο γίνεται τόπος.
Να δεχθούμε.
Να διακρίνουμε.
Να μεταμορφώσουμε.
Να δημιουργήσουμε.
Να μεταδώσουμε.
Η Ιερά Οδός δίνει έτσι στη Γιορτή της Φθινοπωρινής Ισημερίας μια βαθιά αθηναϊκή ρίζα.
Συνδέει τον ρυθμό του ζωντανού, τη μνήμη της Ελευσίνας, την πνευματικότητα, τη δημιουργία και τη μετάδοση.
Κάνει τη Μετάδοση όχι μόνο μια ιδέα ή ένα σύμβολο, αλλά έναν δρόμο που πρέπει να διανυθεί.
→ Ανακαλύψτε τη Γιορτή της Φθινοπωρινής Ισημερίας — Η Μετάδοση
La Voie Sacrée — Réouvrir la communication
La Voie Sacrée au XXIᵉ siècle est une voie de réouverture de la communication.
Entre Athènes et Éleusis.
Entre l’être humain et le vivant.
Entre la mémoire et la création.
Entre la vie et la mort.
Entre le visible et l’invisible.
Entre les cultures et les traditions.
Entre les êtres humains.
C’est en rétablissant ces relations qu’elle redevient une Voie Sacrée.
Η Ιερά Οδός — Ξανανοίγοντας την επικοινωνία
Η Ιερά Οδός στον 21ο αιώνα είναι ένας δρόμος επανασύνδεσης και επαναφοράς της επικοινωνίας.
Ανάμεσα στην Αθήνα και την Ελευσίνα.
Ανάμεσα στον άνθρωπο και τον ζωντανό κόσμο.
Ανάμεσα στη μνήμη και τη δημιουργία.
Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο.
Ανάμεσα στους πολιτισμούς και τις παραδόσεις.
Ανάμεσα στους ανθρώπους.
Αποκαθιστώντας αυτές τις σχέσεις, η Ιερά Οδός γίνεται ξανά πραγματικά Ιερά.